φυσικό

φυσικό
τό
1) природа, природное свойство, особенность; характер, нрав, натура;

από φυσικού — от природы, по натуре;

2) черта характера;

άσχημα φυσικά — недостатки;

3) естественность;
4) иск. натура;

ζωγραφίζω εκ τού φυσικού — писать с натуры;

5) привычка;
6) πλ. естественные науки, физика

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "φυσικό" в других словарях:

  • φυσικό αέριο — Bλ. λ. αέριο φυσικό …   Dictionary of Greek

  • φυσικό — το, Ν βλ. φυσικός …   Dictionary of Greek

  • φυσικό — το ψυχική ιδιότητα ατόμου, ιδιοσυγκρασία, χαρακτήρας, εσωτερικό γνώρισμα, ποιόν, ιδίως ιδιοτροπία, χούι, ελάττωμα: Δεν ξέρω τα φυσικά του. – Άσχημα φυσικά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πίεση — Φυσικό μέγεθος με το οποίο υποδηλώνεται η δύναμη που ασκείται σε κάθε μονάδα επιφάνειας· η π. έτσι ορίζεται με το πηλίκον της δύναμης που δρα κάθετα και ομοιόμορφα σε μια επιφάνεια, δια του εμβαδού αυτής της επιφάνειας: και εκφράζεται, ανάλογα με …   Dictionary of Greek

  • πυκνότητα — Φυσικό μέγεθος, που μπορεί να οριστεί ως η ποσότητα της ύλης (μάζα) που περιέχεται στη μονάδα όγκου ενός σώματος. Πιο απλά, για ομοιογενή σώματα, η π. ορίζεται με το πηλίκο της μάζας διά του όγκου του θεωρούμενου σώματος, ενώ για τα μη ομοιογενή… …   Dictionary of Greek

  • αλουμίνα — Φυσικό οξείδιο του αργιλίου (Αl3Ο3). Στον περιστρεφόμενο κλίβανο απανθράκωσης, που λειτουργεί σε θερμοκρασία περίπου 1.200°C, το υδροξείδιο του αργιλίου αφυδατώνεται σε άνυδρη αλουμίνα (φωτ. Montecatini).v * * * η ή οξείδιο τού αλουμινίου, το Χημ …   Dictionary of Greek

  • ευκαλυπτέλαιο — Φυσικό αιθέριο έλαιο. Έχει έντονη αρωματική οσμή και λαμβάνεται από απόσταξη με υδρατμούς των φύλλων διαφόρων ειδών ευκαλύπτου. Χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική, στην αρωματοποιία και για εξαγωγή της ευκαλυπτόλης. * * * το αιθέριο έλαιο που… …   Dictionary of Greek

  • περίθλαση — Φυσικό φαινόμενο που οφείλεται στην απόκλιση ενός κύματος από την ευθύγραμμη διάδοση και παρατηρείται όταν το κύμα αυτό διέρχεται μέσω οπών ή προσκρούει σε εμπόδια, οι διαστάσεις των οποίων είναι της τάξης του μήκους του κύματος. Η π. συναντάται… …   Dictionary of Greek

  • σπινθηρισμός — Φυσικό φαινόμενο, κατά το οποίο ένα ιονισμένο σωματίδιο, διασχίζοντας ορισμένες ουσίες, προκαλεί, κατά το μήκος της διαδρομής του, εκπομπή φωτονίων με συχνότητα που περιλαμβάνεται στο φάσμα των φωτεινών ακτινοβολιών. Ο σ., που συνοδεύει τις… …   Dictionary of Greek

  • γενετικός κώδικας — Φυσικό σύστημα κωδικοποίησης των γενετικών πληροφοριών που συναντάται σε όλους τους οργανισμούς ζώων, φυτών, βακτηριδίων και ιών. Ο κώδικας αυτός βρίσκεται στα γονίδια με τη μορφή νουκλεοτιδίων, οι οποίες αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα αμινοξέα. Ο… …   Dictionary of Greek

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»